«Ρύθµιση ετήσιας άδειας εργαζοµένων και άλλες διατάξεις».



ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ  ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ 

 Θέµα: Εγκύκλιος επί του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004 Στο ΦΕΚ 267/Α/28-12-2004, δηµοσιεύθηκε ο Ν.3302/2004 «Ρύθµιση ετήσιας άδειας εργαζοµένων και άλλες διατάξεις». 

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ανωτέρω νοµοθετήµατος, ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν την ετήσια άδεια µε αποδοχές. Για την οµοιόµορφη εφαρµογή της σχετικής διάταξης του άρθρου αυτού, σας παρέχουµε τις πιο κάτω διευκρινίσεις.

 Α. ΕΤΗΣΙΑ Α∆ΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε µε την παρ.1 του άρ.2 του Ν.1346/1983 και αντικαταστάθηκε µε την παρ.1 του άρ.13 του Ν.3227/2004 και επαναφέρεται το «ηµερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας µε αποδοχές των εργαζοµένων. Παράλληλα, διευκρινίζεται πλήρως και συµπληρώνεται η διαδικασία λήψης της άδειας κατά τα δύο πρώτα ηµερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του µισθωτού.

 -Ειδικότερα, µε τη νέα παράγραφο 1α του Α.Ν.539/1945, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόµενοι οι οποίοι συνδέονται µε σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια µε αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριµένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) µε βάση το χρονικό διάστηµα που απασχολήθηκε ο εργαζόµενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούµενης αδείας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιµων ηµερών επί πενθηµέρου εβδοµαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιµων ηµερών, επί εξαηµέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 µήνες συνεχή απασχόληση. Η εν λόγω διάταξη της παρ.1α , όπως και η αντίστοιχη ρύθµιση του άρθρου 6 του Ν.3144/2003, καταργεί το βασικό χρόνο εργασίας-αναµονής (12 µήνες σύµφωνα µε τον Α.Ν.539/1945 ή 10 µήνες κατά την ΕΣΣΕ του έτους 2002), τον οποίο έπρεπε να συµπληρώσει ο µισθωτός στον ίδιο εργοδότη για τη θεµελίωση δικαιώµατος λήψης άδειας. Οι ρυθµίσεις αυτές του Ν.3302/2004, εφαρµόζουν τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-173/1999 της 28ης-06-01), η οποία ερµήνευσε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, σχετικά µε τη χορήγηση ετήσιας άδειας µε αποδοχές. 

Σύµφωνα µε την εν λόγω κοινοτική ρύθµιση, όπως ερµηνεύτηκε µε τη σχετική απόφαση του ∆ικαστηρίου, κάθε εργαζόµενος δικαιούται κατ’ελάχιστον 4 εβδοµάδες άδειας κατ’έτος, η οποία δύναται να χορηγηθεί pro rata temporis (κατ’ αναλογία του χρόνου απασχόλησης , βλ. έκθεση Ευρ. Κοινοβουλίου).

 Ι. Ρύθµιση άδειας κατά το 1ο ηµερολογιακό έτος 

-Με τη νέα παρ.1β του Α.Ν.539/1945, καθιερώνεται για το πρώτο ηµερολογιακό έτος-εντός του οποίου προσελήφθη ο µισθωτός, υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί µέχρι την 31η ∆εκεµβρίου αναλογία – ποσοστό των ηµερών αδείας που δικαιούται ο µισθωτός, βάσει του χρονικού διαστήµατος απασχόλησης στο έτος αυτό. Η αναλογία της άδειας, η οποία υπολογίζεται επί των 20 –επί πενθηµέρου-και των 24 –επί εξαηµέρου-ηµερών, θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η ∆εκεµβρίου του ηµερολογιακού έτους πρόσληψης ακόµη και αν δεν έχει ζητηθεί από τους εργαζόµενους (άρ.4 του Α.Ν.539/1945, όπως τροποποιήθηκε µε την παρ.15 του άρ.3 του Ν.4504/1966). Υπενθυµίζεται ότι, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρ.3 του Ν.∆.3755/1957, καθώς και τη σχετική νοµολογία, σε περίπτωση µη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσµα, αµέλεια), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόµενος εντός του ηµερολογιακού έτους, υποχρεούται να καταβάλλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας µε προσαύξηση 100%.

  ΙΙ. Ρύθµιση άδειας κατά το 2ο ηµερολογιακό έτος

 Κατά το δεύτερο ηµερολογιακό έτος, ο µισθωτός δικαιούται να λάβει τµηµατικά την άδειά του, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο δεύτερο αυτό έτος, στον οικείο εργοδότη. Η αναλογία της άδειας υπολογίζεται εκ νέου, όπως και κατά το πρώτο ηµερολογιακό έτος, µε βάση τις 20 ηµέρες επί πενθηµέρου και τις 24 ηµέρες επί εξαηµέρου. Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και κατά το χρονικό σηµείο συµπληρώσεως 12 µηνών από την ηµεροµηνία πρόσληψης, η άδεια επαυξάνεται κατά µία εργάσιµη ηµέρα. Ως εκ τούτου, η άδεια κατά το δεύτερο ηµερολογιακό έτος, η οποία θα πρέπει να χορηγηθεί από τον εργοδότη αναλογικώς ή ολόκληρη στο τέλος, έως την 31η ∆εκεµβρίου του έτους αυτού, φθάνει στο ύψος των 21 επί πενθηµέρου και 25 επί εξαηµέρου, εργάσιµων ηµερών. Συνεπώς, η µη χορήγησή της συνεπάγεται την υποχρέωση της καταβολής των αντιστοίχων αποδοχών αδείας προσαυξηµένων κατά 100%, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρθησαν για το πρώτο ηµερολογιακό έτος (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσµατος, αµέλειας, άρνησης κ.λπ.).   

IΙΙ. Ρύθµιση άδειας κατά το τρίτο και επόµενα ηµερολογιακά έτη

 Κατά το τρίτο ηµερολογιακό έτος, καθώς και τα επόµενα, ο µισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σηµείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή, θα φθάσει τις 22 ηµέρες επί πενθηµέρου και τις 26 επί εξαηµέρου, εάν έχουν συµπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης εντός του τρίτου αυτού ηµερολογιακού έτους. Ο εργοδότης και σ’ αυτή την περίπτωση υποχρεούται να χορηγεί την άδεια µέχρι 31 ∆εκεµβρίου εκάστου ηµερολογιακού έτους, µε τις συνέπειες που προαναφέρθησαν στην περίπτωση µη χορήγησής της και εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που µνηµονεύθησαν για τα δύο πρώτα ηµερολογιακά έτη (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσµατος, αµέλειας, άρνησης κ.λπ.). Η διάταξη του άρ.1 του Ν.3302/2004, όπως και αυτή του άρ.6 του Ν.3144/2003, αναφέρει ρητώς ότι η ετήσια άδεια µε αποδοχές, καθώς και το επίδοµα αδείας, διέπονται και από τις λοιπές οικείες διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας. Ως εκ τούτου, εξασφαλίζεται η συνέχεια της ισχύος των κειµένων διατάξεων που αφορούν το µηχανισµό και τον τρόπο χορήγησης της άδειας και του επιδόµατος αδείας. 

Β. ΕΠΙ∆ΟΜΑ Α∆ΕΙΑΣ 

Όσον αφορά στο επίδοµα αδείας, τονίζονται τα εξής: Όπως είναι γνωστό, κάθε εργαζόµενος µαζί µε την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδοµα αδείας (άρ.3, παρ.16 Ν.4504/1966). Το δικαίωµα λήψης επιδόµατος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώµατος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας-είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας µε τον περιορισµό ότι δε δύναται να υπερβεί για όσους µεν αµείβονται µε µισθό, το µισό µισθό, για όσους δε αµείβονται µε ηµεροµίσθιο ή ωροµίσθιο ή ποσοστά, τα 13 ηµεροµίσθια. Ως εκ τούτου, οι µισθωτοί οι οποίοι λαµβάνουν τµήµα ή ολόκληρη την άδεια, δικαιούνται και ανάλογες αποδοχές επιδόµατος αδείας τόσο για το πρώτο και δεύτερο ηµερολογιακό έτος, όσο και για τα επόµενα έτη.

 Γ. ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας µισθωτού µε οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο µισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρ.1, παρ.3 του Ν.1346/1983). Ως εκ τούτου και εφ’ όσον κατά το χρονικό σηµείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωµα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης του άρ.1 του Ν.3302/2004, προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις: α. Κατά το πρώτο ηµερολογιακό έτος (εντός του οποίου προσελήφθη) ο µισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες µε 2 ηµεροµίσθια ανά µήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ηµεροµίσθια ανά µήνα, ως επίδοµα αδείας, (µε τον περιορισµό του µισού µισθού ή των 13 ηµεροµισθίων). β. Κατά το δεύτερο ηµερολογιακό έτος, ο µισθωτός δικαιούται επίσης 2 ηµεροµίσθια ανά µήνα απασχόλησης και άλλα 2 ηµεροµίσθια ανά µήνα ως επίδοµα αδείας (µε τον περιορισµό του µισού µισθού ή των 13 ηµεροµισθίων). γ. Κατά το τρίτο ηµερολογιακό έτος και για τα επόµενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόµατος αδείας, που αντιπροσωπεύουν αυτές που θα εδικαιούτο ο µισθωτός εάν ελάµβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστηµα της λύσης της σχέσης εργασίας. Περαιτέρω και προκειµένου να υπάρξει καλύτερη κατανόηση της νοµοθετικής ρύθµισης του άρ.1 του Ν.3302/2004, παραθέτονται τα παρακάτω παραδείγµατα: 

1ο παράδειγµα Εργαζόµενος ο οποίος προσελήφθη 05-03-2005, δικαιούται µέχρι την 31-12-2005, 20/12 επί 10 µήνες ως άδεια, καθώς και ανάλογο επίδοµα αδείας (στο παράδειγµά µας πλήρες). Εάν στο ίδιο παράδειγµα η σχέση εργασίας λυθεί το 10ο  µήνα και ο µισθωτός έχει λάβει µέρος αδείας µέχρι τον 6ο  µήνα, δικαιούται να λάβει την αναλογία από τον 7ο έως το 10ο ως εκ τούτου 4 µήνες επί 2 =8 ηµεροµίσθια ως άδεια και τα υπολειπόµενα ηµεροµίσθια ως επίδοµα αδείας µέχρι τη συµπλήρωση µισού µηνιαίου µισθού.                       2ο παράδειγµα Εργαζόµενος ο οποίος προσελήφθη 05-08-05, πρέπει να λάβει έως 31-12-05: 20/12 επί 5 µήνες ως άδεια και το ανάλογο επίδοµα αδείας. Κατά το δεύτερο ηµερολογιακό έτος 2006, θα λάβει µέχρι 31-12-06 τµηµατικά ή στο σύνολο την 31-12-06, 21 ηµέρες επί πενθηµέρου και 25 ηµέρες επί εξαηµέρου, καθώς και το αναλογούν επίδοµα αδείας. Στη συγκεκριµένη περίπτωση η 21η ηµέρα (επί πενθηµέρου) ή η 25η ηµέρα (επί εξαηµέρου) προστίθεται µετά την 05-08-2006, χρονικό σηµείο συµπλήρωσης έτους απασχόλησης. Συνεπώς, από 01-01-2006 έως 05-08-2006 η αναλογία αδείας υπολογίζεται σε 20/12 επί 8 µήνες, το δε χρονικό διάστηµα από 06-08-2006 έως 31-12-2006 υπολογίζεται σε 21/12 επί 4 µήνες. Από 01-01-2007 και σε κάθε επόµενο ηµερολογιακό έτος ο εργαζόµενος δικαιούται να λαµβάνει µέχρι 31 ∆εκεµβρίου ολόκληρη την ετήσια άδεια µε αποδοχές και το επίδοµα αδείας. 

∆. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ  Η µετάβαση από το εργασιακό έτος στο ηµερολογιακό έτος ως βάση υπολογισµού για το δικαίωµα λήψης της άδειας είναι δυνατό να προκαλέσει ερµηνευτικές δυσχέρειες αναφορικά µε τους µισθωτούς που προσλήφθηκαν τα έτη 2003 και 2004. Για την ενότητα εφαρµογής των νέων διατάξεων, σύµφωνα και µε τις επιταγές του άρθρου 7 της οδηγίας 93/104, επισηµαίνουµε τα ακόλουθα : 

ΠΡΟΣΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2004 Οι προσληφθέντες κατά το έτος 2004 είχαν δικαίωµα υπό το καθεστώς του Ν. 3227/2004 όπως ίσχυε από 9.2.2004, να λάβουν την ετήσια άδεια αναψυχής τους κατ’ αναλογία του χρόνου που είχαν εργαστεί, σύµφωνα µε το άρθρο 6 του N. 3144/2003 ή ενιαία µέχρι και τη λήξη του εργασιακού και όχι του ηµερολογιακού έτους. Για παράδειγµα, εργαζόµενος ο οποίος προσλήφθηκε την 1.2.2004 δικαιούταν να ζητήσει την ετήσια άδειά του και αντίστοιχα ο εργοδότης είχε υποχρέωση να τη χορηγήσει το αργότερο έως την 1.2.2005. Με δεδοµένη εποµένως την ανωτέρω ρύθµιση, πολλοί εργαζόµενοι δεν έλαβαν αναλογία της αδείας τους µέσα στο έτος 2004, αφού είχαν το περιθώριο να τη ζητήσουν και αντίστοιχα ο εργοδότης είχε υποχρέωση να τη χορηγήσει µέχρι και τη συµπλήρωση του εργασιακού τους έτους µέσα στο 2005. Πριν όµως λήξει το εργασιακό έτος για τους ανωτέρω προσληφθέντες, µε το άρθρο 13 N. 3302/2004 επανήλθε από 28.12.2004 η αντιστοιχία της ετήσια άδειας αναψυχής προς το ηµερολογιακό έτος. Με τη νέα ρύθµιση πλέον ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγεί την άδεια αναψυχής στον εργαζόµενο έως τις 31 ∆εκεµβρίου κάθε χρόνου. Σύµφωνα µε τα γενικά ισχύοντα στην εργατική νοµοθεσία, µετά την πάροδο της ανωτέρω ηµεροµηνίας ο µισθωτός δεν δικαιούται να λάβει αυτούσια την άδεια µέσα στο επόµενο έτος, αλλά λαµβάνει α) τις αποδοχές για τις ηµέρες που εργάστηκε β) τις αποδοχές και το επίδοµα αδείας που θα ελάµβανε αν πραγµατοποιούταν η άδειά του γ) αποζηµίωση ίση προς τις αποδοχές της αδείας του, αν η µη χορήγηση της άδειας οφείλεται σε πταίσµα του εργοδότη, έστω και ελαφρά αµέλεια. Η νέα νοµοθετική ρύθµιση ωστόσο πρέπει να ερµηνευθεί σύµφωνα µε το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104, όπως αυτό µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη από το άρθρο 7 του Π∆ 88/1999. Το τελευταίο επιτάσσει τη χορήγηση αυτούσιας της δικαιούµενης ετήσιας άδειας, και µόνο στην εξαιρετική περίπτωση που η σχέση εργασίας λυθεί απροόπτως χωρίς να καταστεί δυνατό, σύµφωνα µε την καλή πίστη, να χορηγηθεί η οφειλόµενη άδεια µπορεί αυτή να αντικατασταθεί µε την καταβολή χρηµατικής αποζηµίωσης. Οι ανωτέρω διατάξεις του Π∆ 88/1999 έχουν υπερνοµοθετική ισχύ και κατισχύουν οποιασδήποτε αντίθετης εθνικής διάταξης ή οποιασδήποτε αντίθετης ερµηνείας εθνικού νόµου. Σκοπός εξάλλου της επαναφοράς στο ηµερολογιακό έτος ήταν η διευκόλυνση εκκαθάρισης των δικαιωµάτων των εργαζοµένων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων των εργοδοτών που απορρέουν από την άδεια, µε την καθιέρωση ενός κοινού για όλους τους εργαζοµένους απώτατου χρονικού ορίου λήψης αυτής, δηλαδή την 31 ∆εκεµβρίου κάθε έτους. Αντίθετα, σε καµία περίπτωση δεν επεδίωκε ο νόµος την απώλεια από τους ανωτέρω προσληφθέντες του γεννηµένου δικαιώµατός τους να λάβουν αυτούσια την αναλογία αδείας για το έτος 2004, µε δεδοµένο και το σκοπό χορήγησης της άδειας, που είναι η ανανέωση των σωµατικών και ψυχικών δυνάµεων του εργαζοµένου.  Με τη µετάβαση εποµένως από το εργασιακό στο ηµερολογιακό έτος, όπως ισχύει από 28.12.2004, δεν πρέπει σε καµία περίπτωση να παραγραφεί το γεννηµένο δικαίωµα όσων προσλήφθηκαν το 2004 να λάβουν αυτούσια την αναλογία της αδείας τους για το χρονικό διάστηµα από την πρόσληψή τους έως τις 31.12.2004. Kατ’ ορθή ερµηνεία εποµένως, οι εν λόγω εργαζόµενοι δικαιούνται να λάβουν την οφειλόµενη αναλογία αδείας του έτους 2004, µέσα στο έτος 2005. 

ΠΡΟΣΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΤΟ 2003 Με το άρθρο 6 N. 3144/2003 καταργήθηκε ο βασικός χρόνος αναµονής που προέβλεπε το προηγούµενο νοµοθετικό καθεστώς για τη γέννηση του δικαιώµατος λήψης άδειας. Εποµένως, οι προσληφθέντες το έτος 2003 είχαν από την αρχή της απασχόλησής τους δικαίωµα να λάβουν κανονική άδεια που αντιστοιχούσε στο χρόνο που είχαν εργαστεί µέσα σε αυτό το ηµερολογιακό έτος. Κατά το δεύτερο ηµερολογιακό έτος (2004) οι ανωτέρω προσληφθέντες δικαιούνταν ετήσια κανονική άδεια, την οποία είχαν οµοίως δικαίωµα να λάβουν κατ’ αναλογία, βάσει του χρόνου εργασίας που είχαν συµπληρώσει (βλ. ∆ΕΚ, 26.6.2001, C-173/99, BECTU, I-4841, σκ. 53). Πολλοί προσληφθέντες το έτος 2003 έλαβαν την άδειά τους ενιαία µέσα στο έτος 2004, αφού συµπλήρωσαν 10 µήνες απασχόλησης. Σε αυτή την περίπτωση οι ανωτέρω προσληφθέντες δικαιούνται επιπλέον αναλογία αδείας που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο χρονικό διάστηµα που απασχολήθηκαν µέσα στο έτος 2004, µετά τη συµπλήρωση δώδεκα µηνών συνεχούς απασχόλησης. Π.χ., προσληφθείς την 1.5.2003 έλαβε ενιαία την άδειά του την 1.4.2004. Από 2.5.2004 έως 31.12.2004 δικαιούται αναλογία αδείας που αντιστοιχεί στην απασχόλησή του µέσα σε αυτό το διάστηµα. Αν ο εργαζόµενος δεν έλαβε µέσα στο έτος 2004 τις ηµέρες που αντιστοιχούν στην ανωτέρω αναλογία άδειας, τότε, σύµφωνα και µε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104 όπως αυτό µεταφέρθηκε µε το άρθρο 7 του Π∆ 88/1999, ο εργαζόµενος δικαιούται να λάβει τις ηµέρες αυτές αυτούσιες µέσα στο έτος 2005 (βλ. ανωτέρω αντίστοιχα για τους προσληφθέντες το 2004).  Υπενθυµίζουµε ότι σύµφωνα µε το προϊσχύσαν σύστηµα του βασικού χρόνου αναµονής του Α.Ν. 539/1945, ο εργοδότης χορηγούσε τελικά στον εργαζόµενο µια ετήσια κανονική άδεια, που αντιστοιχούσε τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο ηµερολογιακό έτος. Ήδη µε το άρθρο 6 του Ν. 3144/2003 το ανωτέρω σύστηµα άλλαξε. Ο βασικός χρόνος αναµονής καταργήθηκε και θεσπίστηκε το δικαίωµα του εργαζοµένου να λαµβάνει άδεια από την έναρξη απασχόλησής του σε έναν εργοδότη κατ’ αναλογία, για όλο το χρονικό διάστηµα που αντιστοιχεί στο 1ο και 2ο ηµερολογιακό έτος απασχόλησής του. Κατά συνέπεια, µετά τη θέση σε ισχύ του N. 3302/2004, οι προσληφθέντες το 2003, οι οποίοι έχουν υπόλοιπο αδείας από το έτος 2004, δικαιούνται να λάβουν την οφειλόµενη άδεια αυτούσια µέσα στο έτος 2005, σύµφωνα µε όσα ανωτέρω αναφέραµε για τους προσληφθέντες το 2004. Για την καλύτερη κατανόηση εφαρµογής των νέων διατάξεων κατά τη µεταβατική περίοδο, αναφέρουµε τα ακόλουθα παραδείγµατα:                               1ο παράδειγµα Μισθωτός που προσλήφθηκε την 03-09-2003 λαµβάνει µε το προϊσχύσαν νοµοθετικό καθεστώς συνολικά 20 ηµέρες αδείας (επί πενθηµέρου) και ολόκληρο το επίδοµα αδείας, µέχρι τις 03-09-2004. Για το χρονικό διάστηµα από 04-09-2004 έως 31-12-2004 δικαιούται 21/12 επί 4 µήνες ως άδεια. Αν δεν είχε λάβει αυτή την αναλογία άδειας έως τις 31.12.2004, τότε δικαιούται να τη λάβει αυτούσια µέσα στο έτος 2005. Για το έτος 2005 δικαιούται από 1η Ιανουαρίου ολόκληρη την άδεια που αντιστοιχεί σε αυτό το ηµερολογιακό έτος και το επίδοµα.                                                                                                                                     2ο παράδειγµα Μισθωτός που προσλήφθηκε την 01-07-2004, δικαιούται να λάβει αναλογία της αδείας µέχρι 31-12-2004, 20/12 επί 6 µήνες, καθώς και το ανάλογο επίδοµα αδείας. Αν ο µισθωτός δεν είχε λάβει την οφειλόµενη αναλογία αδείας µέχρι τις 31.12.2004, τότε δικαιούται να λάβει αυτούσια την άδεια αυτή µέσα στο έτος 2005. Κατά το έτος 2005 ο εργαζόµενος δικαιούται από 01-01 έως 31-12-05 τµηµατικά ή στο σύνολό της την άδεια του δεύτερου ηµερολογιακού έτους.                                                                                                                3ο παράδειγµα  Μισθωτός, ο οποίος προσελήφθη 01-03-1999 και είχε λάβει ολόκληρη την άδεια και το επίδοµα κατά το ηµερολογιακό έτος 2004 δε δικαιούται άλλες ηµέρες αδείας και επίδοµα αδείας για το έτος αυτό, µε οποιοδήποτε νοµικό καθεστώς χορήγησης αδείας. Ο εν λόγω µισθωτός δικαιούται να λάβει πλήρη άδεια και επίδοµα αδείας από 01-01-2005 µέχρι 31-12-2005. 

Ευνόητο είναι ότι η δυνατότητα χορήγησης-εντός του έτους 2005- της άδειας που οφείλεται στους εργαζόµενους που προσελήφθησαν τα έτη 2003 και 2004, υφίσταται εξαιρετικά και µόνο για το έτος αυτό.

 Περαιτέρω, επισηµαίνεται ιδιαιτέρως ότι µισθωτοί οι οποίοι έχουν προϋπηρεσία πάνω από 10 έτη στον ίδιο εργοδότη ή πάνω από 12 έτη σε οποιοδήποτε εργοδότη, δικαιούνται 25 (επί πενθηµέρου) ή 30 εργάσιµες ηµέρες (επί εξαηµέρου) ως άδεια µε αποδοχές (ΕΓΣΣΕ 23-05-2000). Ως εκ του λόγου ότι ο Ν.3302/2004 θεµελιώνει δικαίωµα τµηµατικής καταβολής της κανονικής αδείας κατά το πρώτο και δεύτερο ηµερολογιακό έτος, ο νεοπροσλαµβανόµενος µισθωτός δικαιούται να ζητήσει και να λάβει την τµηµατική χορήγηση της άδειας των 25 ή 30 ηµερών κατά το πρώτο και δεύτερο έτος της απασχόλησής του στο νέο εργοδότη.

 Τέλος, τονίζεται ότι το άρ.1 του Ν.3302/2004 έχει ισχύ από τη δηµοσίευση του εν λόγω νοµοθετήµατος, δηλαδή από την 28-12-2004 και ως εκ τούτου όλοι οι µισθωτοί «παλαιοί» και «νέοι» εντάσσονται αυτοδικαίως στο πεδίο εφαρµογής του νόµου αυτού.
SHARE

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
    Blogger Comment
    Facebook Comment