Η θεσμική συνέχεια των κοινωνικών δομών στους δήμους ως προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής

 

*Του Γιώργου Φραγκιαδάκη


Προβληματισμοί για το μέλλον των παιδικών σταθμών, των ΚΔΑΠ και των κοινωνικών δομών των δήμων υπό το νέο πλαίσιο χρηματοδότησης


Η συζήτηση για τη συνέχιση των κοινωνικών δομών των δήμων, και ιδιαίτερα για το μέλλον των παιδικών σταθμών, των ΚΔΑΠ και των ΚΔΑΠ-ΜΕΑ, επαναφέρει ένα διαχρονικό ζήτημα της δημόσιας διοίκησης, που αφορά την προσπάθεια κάλυψης μόνιμων κοινωνικών αναγκών μέσα από προσωρινές διοικητικές και χρηματοδοτικές λύσεις.


Στους δήμους όλης της χώρας λειτουργούν δομές που αποτελούν βασικό πυλώνα κοινωνικής συνοχής, όπως οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, τα Κέντρα Κοινότητας, τα ΚΔΑΠ, καθώς και οι δομές στήριξης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Ωστόσο, δεν πρόκειται για έκτακτες παρεμβάσεις ούτε για παροχές περιορισμένου χρόνου, αλλά για υπηρεσίες που έχουν πλέον σταθερό και ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα και επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων οικογενειών.


Στην πράξη, το υφιστάμενο καθεστώς λειτουργίας τους εξακολουθεί να εξαρτάται από τις προγραμματικές περιόδους του ΕΣΠΑ, τις συγχρηματοδοτήσεις, τις διαδοχικές παρατάσεις και τη διαρκή αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια τόσο της χρηματοδότησης όσο και του ανθρώπινου δυναμικού που τις στελεχώνει.


Η εξασφάλιση χρηματοδότησης για τη διετία 2025–2027 μέσω της ΕΕΤΑΑ, με πόρους του ΕΣΠΑ 2021–2027 και εθνικούς πόρους, αποτελεί ασφαλώς μια θετική εξέλιξη. Δεν λύνει όμως οριστικά το βασικό θεσμικό ζήτημα, δηλαδή το πώς θα διασφαλιστεί η διοικητική συνέχεια υπηρεσιών που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.


Παράλληλα, ο δημόσιος διάλογος που έχει αναπτυχθεί γύρω από την πιθανή ενίσχυση μοντέλων χρηματοδότησης τύπου voucher μετά το 2027 δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, ιδιαίτερα στους μικρότερους και περιφερειακούς δήμους. Η βιωσιμότητα μιας κοινωνικής δομής δεν μπορεί να κρίνεται μόνο με αριθμητικά δεδομένα ή με όρους απορρόφησης χρηματοδότησης. Αφορά την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες, την κοινωνική συνοχή και, τελικά, τον ίδιο τον χαρακτήρα της τοπικής ανάπτυξης.


Την ίδια στιγμή, οι δήμοι καλούνται να ασκήσουν ουσιαστική κοινωνική πολιτική χωρίς σταθερό πλαίσιο προγραμματισμού ανθρώπινου δυναμικού, ενώ οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε καθεστώς παρατεταμένης αβεβαιότητας, παρότι στην πράξη καλύπτουν ανάγκες διαρκούς χαρακτήρα

Επιπλέον, οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας για περιορισμό της διάρκειας των συμβάσεων σε οκτώ ή έντεκα μήνες, καθώς και για τη δημιουργία μητρώου υποψηφίων με περιοδική ανανέωση, εντείνουν τον προβληματισμό. Αν αυτή είναι πράγματι η κατεύθυνση του νέου πλαισίου, τότε προκύπτουν ζητήματα διοικητικής συνέχειας, επάρκειας στελέχωσης και διατήρησης της εμπειρίας που έχει αποκτηθεί στις συγκεκριμένες υπηρεσίες. Για τους δήμους, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη δυσκολία στον προγραμματισμό. Για τους εργαζόμενους, σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια. Και για τις ίδιες τις κοινωνικές δομές, σημαίνει αυξημένο κίνδυνο ασυνέχειας, καθώς είναι πιθανό έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό να αναζητήσει πιο σταθερές συνθήκες εργασίας, με άμεση επίπτωση τόσο στη συνέχεια όσο και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν αφορούν μόνο τη λειτουργία των υπηρεσιών, αλλά αναδεικνύουν και μια σαφή θεσμική διάσταση. Το Σύνταγμα θέτει σαφή όρια ως προς τη μονιμοποίηση προσωπικού και τη μετατροπή συμβάσεων, ενώ και η νομολογία υπενθυμίζει την ανάγκη τήρησης των αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας. Γι’ αυτό και η λύση δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στη διαιώνιση της προσωρινότητας ούτε σε ρυθμίσεις που, ακόμη και αν υπηρετούν έναν θεμιτό σκοπό, μπορούν να δημιουργήσουν νέα νομικά ζητήματα, όπως ανέδειξαν και προηγούμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και το «Βοήθεια στο Σπίτι». Εκείνο που απαιτείται είναι ένα σταθερό, θεσμικά ασφαλές και διοικητικά αξιόπιστο πλαίσιο, με διασφαλισμένη συνέχεια των υπηρεσιών, προβλέψιμο χρηματοδοτικό ορίζοντα και σοβαρό σχεδιασμό στελέχωσης.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η ενίσχυση των κοινωνικών δομών δεν είναι μόνο θέμα χρηματοδότησης ή διοικητικής διαχείρισης. Αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη για την ποιότητα του κοινωνικού κράτους και για τη θεσμική αξιοπιστία με την οποία λειτουργεί η δημόσια διοίκηση. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική σε μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνικές ανισότητες και οι ανάγκες στήριξης των ευάλωτων ομάδων παραμένουν έντονες.

Τελικά, η διασφάλιση της συνέχειας αυτών των υπηρεσιών δεν μπορεί να αποτελεί μια πρόσκαιρη επιλογή πολιτικής, αλλά μια σταθερή υποχρέωση απέναντι στους πολίτες και ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

*Γενικός Γραμματέας Δήμου Χανίων

Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Γενικών Γραμματέων ΟΤΑ «Κλεισθένης»

www.aftodioikisi.gr


Η θεσμική συνέχεια των κοινωνικών δομών στους δήμους ως προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής Η θεσμική συνέχεια των κοινωνικών δομών στους δήμους ως προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής Reviewed by ane on Μαΐου 07, 2026 Rating: 5
Από το Blogger.